Διασταυρούμενα πυρά

εναλλακτικός τίτλος: ΦΥΡΔΗΝ ΜΙΓΔΗΝ – σχόλια και πληροφορίες για την κοινωνική και πολιτική ζωή στην Ελλάδα + εκπαιδευτικό υλικό. Oι συνεχείς αλλαγές θα είναι ο κανόνας σ' αυτό το blog επειδή 1. τίποτε δεν είναι τέλειο και 2. στόχος είναι η συνεχής βελτίωση

Tag Archives: νεολιθική εποχή

Από το Çayönü στο Çatalhöyük, ανάδυση και ανάπτυξη μιας ισότιμης κοινωνίας, Bernhard Brosius

Η ανακάλυψη του Πρώιμου Πολιτισμού της Ανατολίας

 

Το 1958, ο Βρετανός αρχαιολόγος James Mellaart, καθώς εξερευνούσε τη νότια Ανατολία, ανακάλυψε έναν τύμβο, που αποτελούνταν από επίπεδα νεολιθικού οικισμού. Τον ενθουσίασε, καθώς ήταν  η πιο εκτενής γνωστή νεολιθική τοποθεσία στην Εγγύς Ανατολή. Ο τύμβος αυτός βρίσκεται σε μια διακλάδωση κι έτσι αποκαλείται «ο τύμβος στη διακλάδωση», Çatalhöyük (στα τούρκικα “çatal” = διακλάδωση, “höyük” =τύμβος). Το 1961, ο Mellaart ξεκίνησε τις ανασκαφές, που διήρκεσαν μέχρι το 1965 (με ένα διάλειμμα το 1964). Το 1993, ξεκίνησαν και πάλι οι έρευνες. Οι νέες ανασκαφές, με διευθυντή το Βρετανό αρχαιολόγο Ian Hodder, σχεδιάστηκαν να διαρκέσουν 25 χρόνια και είναι από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά έργα της εποχής μας (Balter 1998: 1442/2).

 

Το ανάχωμα αποτελείται από 12 επίπεδα κτιρίων[1] της νεολιθικής πόλης, που κατοικήθηκε από το 7.300 π.Χ. μέχρι το 6.100 π.Χ., δηλαδή 1.200 χρόνια χωρίς διακοπή[2]. Σύμφωνα με του σημερινούς υπολογισμούς, πάνω από 10.000 άνθρωποι κατοικούσαν το Çatalhöyük (Hodder 1998: 8/1). Ο οικισμός ούτε καταστράφηκε, ούτε λεηλατήθηκε. Ένας μεγάλος αριθμός από καλοδιατηρημένα ευρήματα περίμεναν τον Mellaart και τον Hodder.

 

Αν και ο Mellaart ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε μια νεολιθική πόλη, δεν ανακάλυψε τον παλιότερο και «πρώτο» οικισμό. Όσο περισσότερο προχωρούσαν οι αρχαιολόγοι στα ανατολικά της Ανατολίας τις επόμενες δεκαετίες, τόσο παλαιότερα ήταν τα πολιτιστικά κέντρα που έβρισκαν. Αργά, το 1990 το Hallan Çemi  ανακαλύφθηκε σαν ο (μέχρι τώρα γνωστός) παλαιότερος οικισμός μονίμως εγκατεστημένου πληθυσμού (Rosenberg 1999, Rosenberg and Redding 2000). Το Hallan Çemi ιδρύθηκε το 10.200 π.Χ.!

 

Ας κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα για να δούμε αυτά τα στοιχεία με χρονολογική σειρά: γύρω στο 11.000 π.Χ., υπήρχαν ακόμα σπηλαιογραφίες στα Πυρηναία, 800 χρόνια πριν την ίδρυση του Hallan Çemi (Lorblanchet 1997: 268). 800 χρόνια αφού ιδρύθηκε το Hallan Çemi γύρω στα 9.700 π.Χ.,  η εποχή των παγετώνων έληγε (Caspers et al. 1999: 93). Αν το Hallan Çemi, στην ανατολική Ανατολία, σημαίνει την απαρχή μιας εποχής, το Beycesultan, που ιδρύθηκε το 4.600 π.Χ. και βρίσκεται μακρύτερα στα δυτικά, σημαίνει το τέλος της (Mellaart 1998: 61). Περίπου από το 4.000 π.Χ., μια τάξη εκμεταλλευτών είχε αρχίσει να εγκαθιδρύεται και τελικά το 3.000 π.Χ. παίρνει την εξουσία. Η ανάπτυξη των μεταλλικών όπλων, της γραφής και μιας διοικητικής αρχής, αποτέλεσαν τους πιο αποτελεσματικούς μηχανισμούς καταπίεσης που είχε στη διάθεση της η εκμεταλλευτική άρχουσα τάξη. Το Beycesultan, παρόμοιο με την Τροία, γίνεται η πρωτεύουσα  της φημισμένης αντιβασιλείας των Χεπαίων (Lloyd 1974: 211). Εδώ γίνεται η σύνδεση με την ιστορία.

 

Οι αρχαίοι πολιτισμοί της Ανατολίας, εκτείνονται χωροχρονικά από το τέλος της εποχής των Παγετώνων (στα ανατολικά), ως την αρχή της ιστορίας (στα δυτικά). Τα 6.000 χρόνια που μεσολαβούν περιλαμβάνουν ακριβώς τη νεολιθική εποχή, που είναι η τελευταία φάση της παλαιολιθικής εποχής, όταν οι άνθρωποι ακόμα δεν παρήγαγαν τα όπλα τους από μέταλλο, αλλά ζούσαν ήδη μόνιμα εγκατεστημένοι και ασκούσαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

 

Η Νεολιθική εποχή ξεκινάει με τη «Νεολιθική Επανάσταση». Οπότε, ας αρχίσουμε το ταξίδι μας στο παρελθόν με τη νεολιθική επανάσταση σε ένα μέρος που ονομάζεται Çayönü, μακριά στα ανατολικά της Ανατολίας, 10.000 χρόνια πριν. Στην ανατολική Ανατολία, βρίσκουμε τις ρίζες του Çatalhöyük (Voigt 2000), του αρχαίου πολιτισμού της Ανατολίας και του Ανατολικού κομμουνισμού (Anatolian communism) (Özdoğan 1997).

 

 

Η κοινωνική επανάσταση

 

Ο όρος «Νεολιθική Επανάσταση» χρησιμοποιήθηκε το 1936 από το μαρξιστή αρχαιολόγο Vere Gordon Childe (Patterson 2003: 44). Χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη μετάβαση από τη νομαδική ζωή με την αναζήτηση της τροφής, σε έναν μόνιμα εγκατεστημένο τρόπο ζωής με την παραγωγή της τροφής. Ο όρος σχηματίστηκε σε αναλογία με τη «Βιομηχανική Επανάσταση», την επανάσταση των παραγωγικών δυνάμεων αποκλειστικά(Grünert 1982: 167-169). Ωστόσο, κάποια χρόνια πριν, έγινε προφανές ότι η επανάσταση των παραγωγικών δυνάμεων κατέληξε να είναι μια πραγματική κοινωνική επανάσταση, ένας επαναστατικός μετασχηματισμός των κοινωνικών συνθηκών.

 

Στο Çayönü στην Ανατολική Ανατολία, οι διάφορες φάσεις της νεολιθικής επανάστασης μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν από τα ίχνη τους στην επαλληλία των δομημένων στρωμάτων. Αν και καμία από τις βασικές καινοτομίες, όπως η κατασκευή κατοικιών, η γεωργία και η κτηνοτροφία, δεν προήλθε από το ίδιο το  Çayönü, η χρονική σειρά με την οποία οι νέες τεχνικές έφτασαν στο Çayönü, ανταποκρίνονται ακριβώς στη σειρά με την οποία  είχαν αναπτυχθεί αρχικά, έστω και σε ένα άλλο μέρος (Özdoğan 1997:12, 1999b: 226-227). Τα χαμηλότερα στρώματα (8.800 – 8.500 π.Χ.) μαρτυρούν ένα μόνιμα εγκατεστημένο τρόπο ζωής, με βάση το κυνήγι και τη συνάθροιση (Özdoğan 1999a: 42-44). Στο αμέσως επάνω στρώμα (περίπου 8.000 π.Χ.) βρέθηκαν οι πρώτοι (εισαγόμενοι) σπόροι (Özdoğan 1994: 40/1). Το αμέσως ψηλότερο στρώμα τεκμηριώνει την άφιξη του πρώτου κοπαδιού από πρόβατα, γύρω στο 7.300 π.Χ. (Cambel and Braidwood 1983: 164). Με την άσκηση της κτηνοτροφίας, ολοκληρώθηκαν οι τρεις βασικές καινοτομίες της πρώτης φάσης της νεολιθικής επανάστασης των παραγωγικών δυνάμεων[3].

 

Αυτή η τεχνολογική πρόοδος, όμως, λαμβάνει χώρα σε μια καταστρεπτική, πατριαρχική και ιεραρχική κοινωνία, τεράστιας αγριότητας (enormous cruelty). Εκτός από τα οικήματα διαβίωσης και αποθήκευσης, σε καθένα από τα κτιριακά επίπεδα του Çayönü που αναφέρονται πιο πάνω, υπήρχε και ένα «ειδικό κτίριο», παραλληλόγραμμου σχήματος, διαστάσεων 8Χ12 μέτρα, χωρίς παράθυρα, σκαμμένο μέσα στην πλαγιά που οχύρωνε τον οικισμό προς την ανατολή (Schirmer 1990: 378). Μπροστά από αυτό το ιερό (Özdoğan 2002: 254), υπήρχε ένας παραλληλόγραμμος χώρος 1.500 τ.μ., πλαισιωμένος από ογκόλιθους πάνω από 2 μέτρα ψηλούς (Cambel and Braidwood 1983: 162) – με λίγα λόγια, ένα σύμπλεγμα απειλητικής μνημειακότητας.

 

Στα βόρεια, αυτός ο χώρος οριζόταν από τρία μεγάλα, αρχοντικά σπίτια, που είχαν ολόιδιες όψεις, ευθυγράμμιση και αποστάσεις μεταξύ τους. Αυτά τα σπίτια βρισκόταν σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα, πάνω σε δυνατά θεμέλια από μεγάλες πελεκητές πέτρες και με επιμελώς χτισμένους πέτρινους τοίχους, με μια βεράντα και πέτρινες σκάλες. Σε αυτά τα τρία σπίτια συγκεντρωνόταν η ευρωστία της κοινωνίας: μεγάλοι όγκοι κρυστάλλων, πέτρινα γλυπτά, κοχύλια από τη Μεσόγειο και από την Ερυθρά Θάλασσα (!) (Özdoğan 1994: 44), καθώς και εισηγμένα όπλα άριστης ποιότητας.

 

Στη δυτική πλευρά του οικισμού, τα σπίτια είχαν το μισό μέγεθος, ήταν χαρακτηριστικά κατώτερης ποιότητας, χωρίς πρόσθετες κατασκευαστικές ανέσεις και δεν ήταν χτισμένα σύμφωνα με κάποιο ορισμένο σχέδιο. Σ’ αυτή την έκταση βρέθηκαν μόνο μερικά απαραίτητα εργαλεία της καθημερινότητας.

 

Αν η άνιση κατανομή του πλούτου και της ισχύος γίνεται έκδηλη κοιτώντας μόνο την αρχιτεκτονική και τους θησαυρούς που ανακαλύφθηκαν, η ύπαρξη της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής μπορεί να αποδειχθεί άμεσα από ένα αξιοσημείωτο εύρημα: όλοι οι απαραίτητοι πόροι για την παραγωγή των εργαλείων, που έπρεπε να μεταφερθούν από μακριά, μέσω ενός συστήματος εμπορίου μεγάλων αποστάσεων –πυρίτης και οψιδιανός- βρέθηκαν αποκλειστικά στα σπίτια κοντά στο ιερό.

 

Εκεί ήταν αποθηκευμένα σε κομμάτια βάρους ως και 5 κιλά. (Φανταστείτε ότι τα ολοκληρωμένα εργαλεία δε ζύγιζαν πάνω από 4 γραμμάρια). Αυτό που δε βρέθηκε, όμως, ήταν σωροί θραυσμάτων από τις πέτρες – κανένα ίχνος από κάποια παραγωγική διαδικασία. Η κατάσταση στις παράγκες στα δυτικά ήταν ακριβώς η αντίθετη. Εδώ δε βρέθηκαν πόροι, αλλά στους δρόμους υπήρχαν μπάζα από τα εργαστήρια λάξευσης πυρίτη και οψιδιανού. Έτσι, προκύπτει ότι υπήρχε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που κατείχε πλούτο χωρίς να δουλεύει και μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δούλευε χωρίς να έχει πόρους – με άλλα λόγια, υπήρχαν τάξεις. Αυτά τα δεδομένα παρουσιάζονται συνοπτικά από τους Mehmet και Aslı Özdoğan (1989: 72-74), καθώς και από τον Davis (1998). Ο τελευταίος τα παρουσιάζει σχεδόν σε μορφή ταξικής ανάλυσης.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η αρχαιότερη απ’ όλες τις γνωστές ταξικές κοινωνίες, θα έπρεπε να παρουσιάζεται σε μας ως μια πατριαρχική κοινωνία (Hauptmann 1991: 161/3, 2002: 266-267, Özdoğan 1999b: 234/2) παγερής καταστροφικότητας: τα ζοφερά ιερά σκαμμένα μέσα στο βουνό σαν σπηλιές εξυπηρετούσαν για τη διατήρηση της ισχύος σε μια κοινωνία που, φανερά, ήταν αυστηρά οργανωμένη(Özdoğan 1994: 43, 1999b: 231) μέσω ενός έκδηλου τρόμου: των ανθρωποθυσιών. Στα ιερά όλων των χτισμένων στρωμάτων είχαν χυθεί τεράστιες ποσότητες αίματος, το οποίο οι ανασκαφείς ανάκτησαν σε χοντρούς φλοιούς πάνω σε ξιφίδια, βωμούς και αποστραγγιστικούς αγωγούς, που είχαν σχεδιαστεί συγκεκριμένα γι’ αυτόν τον σκοπό. (Schirmer 1983: 466-467 και υποσημείωση 5, δες επίσης 475, Schirmer 1990: 382, 384, Hole 2000: 200-201). Η ανάλυση της απομονωμένης αιμοσφαιρίνης αποκάλυψε ότι ήταν γενικώς ανθρώπινο αίμα (Loy και Wood 1989, Wood 1998). Στα δωμάτια ενός από αυτούς τους ναούς υπήρχαν τα κρανία περισσότερων από 70 ανθρώπων και τμήματα σκελετών περισσότερων από 400 διαφορετικών ατόμων (Özdoğan και Özdoğan 1989: 71/2) «νοικοκυρεμένα στοιβαγμένα μέχρι την οροφή» (Schirmer 1990: 382). Η κατάσταση σε άλλους οικισμούς της ανατολικής Ανατολίας ήταν παρόμοια[4].

 

Παρ’ όλ’ αυτά, αν και σε άλλα μέρη του πλανήτη η ανάπτυξη τέτοιου είδους ταξικής κοινωνίας προχώρησε παραπάνω (όπως σε πολιτισμούς της Κεντρικής Αμερικής), η ιστορία στη νοτιοανατολική Ανατολία πήρε τελείως διαφορετική τροπή. Μια συγκεκριμένη μέρα 9.200 χρόνια πριν, τα αρχοντικά σπίτια στα βόρεια του μεγάλου τετραγώνου στο Çayönü κάηκαν, και έγινε τόσο γρήγορα που οι ιδιοκτήτες δεν πρόλαβαν να πάρουν τίποτα από τους θησαυρούς τους (Davis 1998: 259/2, 260/2). Ο ναός γκρεμίστηκε και κάηκε και ακόμα και το πάτωμα ξηλώθηκε, οι πέτρινοι στύλοι γύρω από τον ανοιχτό χώρο γκρεμίστηκαν, και οι μεγαλύτεροι από αυτούς σπάστηκαν (Özdoğan και Özdoğan 1989: 74, Özdoğan 1999a: εικ. 41, εικ. 42). Ο τόπος –προηγουμένως διατηρημένος σχολαστικά καθαρός για πάνω από 1000 χρόνια- μετατράπηκε σε έναν σωρό από μπάζα (Özdoğan και Özdoğan 1989: 72/1, Özdoğan 1997: 15). Μετά από μια μικρή χαοτική μετάβαση, όλα τα σπίτια γκρεμίστηκαν. Οι παράγκες στα δυτικά εξαφανίστηκαν για τα καλά, αλλά μόλις λίγα βήματα μακριά από το σημείο που τα αρχοντικά σπίτια είχαν καεί, αναδύθηκε το νέο Çayönü. Τα νέα σπίτια μπορούσαν να συγκριθούν σε μέγεθος με τα παλιά αρχοντικά (Schirmer 1988: 148-149), αλλά δεν υπήρχαν πια σπίτια ή καλύβες χτισμένα με κατώτερα κριτήρια (δες αλληλουχία κατόψεων Özdoğan 1999a: εικ. 35, εικ. 46, εικ. 47). Σε όλα τα σπίτια έγιναν επεμβάσεις (Özdoğan 1999a: 53/1) ώστε διαγράφηκαν όλα τα ίχνη των κοινωνικών διαφοροποιήσεων (Özdoğan 1999a: εικ. 47, εικ. 50, και Schirmer 1988: 148-149).

 

Αφού αυτά τα ευρήματα καταγράφηκαν το 1989, ο επιβλέπων της ανασκαφής του Çayönü, ο Mehmet Özdoğan, μπορούσε να αποκλείσει την επιδρομή ξένων, τον πόλεμο, τις επιδημίες και τις φυσικές καταστροφές, και το 1997 κατέληξε ότι η αιτία αυτής της αλλαγής θα πρέπει να ήταν μια κοινωνική αναταραχή (Özdoğan 1997: 13-17, 33, επιβεβαιωμένο στο Özdoğan 1999b: 232/2, Özdoğan 2000: 167 και υποσημείωση 7).

 

Οι επαναστάτες, κατάφεραν όχι μόνο να αποτινάξουν ένα καθεστώς χιλιάδων χρόνων, αιμοβόρο και εκμεταλλευτικό, αλλά επιπλέον κατάφεραν να αναπτύξουν τη δική τους εναλλακτική κοινωνία, να την επινοήσουν και να την πραγματοποιήσουν. Η κοινωνική επανάσταση του 7.200 π.Χ. είναι η στιγμή της γέννησης του νεολιθικού κομμουνισμού. Μια ισόνομη, αταξική κοινωνία αναδύεται, στην οποία γυναίκες και άνδρες είναι ισότιμοι, μια κοινωνία που γρήγορα εξαπλώνεται σε όλη την Ανατολία, σχεδόν ταυτόχρονα και στα Βαλκάνια, και διαρκεί για 3.000 χρόνια[5].

 

Çatalhöyük

 

Παρακάτω θα περιοριστούμε στον οικισμό του Çatalhöyük, αναλύοντας την αταξική κοινωνία – όχι ότι ο τύπος της κοινωνίας του Çatalhöyük αποτελεί μια εξαίρεση[6], αλλά επειδή αποτελεί εξαίρεση το αρχαιολογικό πλαίσιο.

 

Όπως υποδεικνύεται παραπάνω, το Çatalhöyük περιέχει μια εκπληκτική ποσότητα εξαιρετικά διατηρημένων ευρημάτων και κτιρίων (Düring 2001: 1). Η διατήρηση φθαρτών υλικών είναι ειδικά αξιοσημείωτη, αφού κανένα παρόμοιο μέρος, που έχει ανακαλυφθεί, έχει να παρουσιάσει τέτοια υλικά. Μια φωτιά στην ιστορία της πόλης έκανε το κατώτερο στρώμα άγονο σε βάθος τουλάχιστον 1 μέτρου και όλα τα οργανικά υλικά ανθρακοποιήθηκαν (Mellaart 1967: 210). Έτσι, τα προϊόντα οργανικής προέλευσης διατηρήθηκαν σε ανθρακοποιημένη μορφή και μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε για τα κυματιστά μοτίβα των υφασμάτων (Burnham 1965), τα ρούχα, τα δερμάτινα αντικείμενα και τις γούνες, τα καλάθια από καλάμι και τα χαλάκια (Mellaart 1967: 79, 218-220), το φαγητό (Mellaart 1967: 22-23),  καθώς και για τα ξύλινα τραπέζια και έπιπλα, κουτιά με το περιεχόμενο τους κ.α. Επιπλέον, οι άνθρωποι του Çatalhöyük συνήθιζαν να ζωγραφίζουν εικόνες σε δύο τοίχους των σπιτιών τους για να για να απαθανατίσουν πτυχές της ζωής τους και τις εμπειρίες τους (Gimbutas 1990). Έθαβαν τους νεκρούς τους κάτω από το πάτωμα των σπιτιών τους με χαρακτηριστικά κτερίσματα, ώστε, κατά κάποιον τρόπο, ξέρουμε τους κατοίκους του οικισμού προσωπικά, περιλαμβανομένης και της μοίρας τους, όσο αυτή μπορεί να διαβαστεί από τους σκελετούς: ηλικία θανάτου, φύλο, αριθμό γεννήσεων, ασθένειες, ατυχήματα κ.α., καθώς και στατιστικές πληροφορίες που εξάχθηκαν από αυτά τα στοιχεία, όπως παιδική θνησιμότητα, διάρκεια ζωής, κ.α. (Angel 1971, Hamilton 1996: 242-262). Οι νέες μέθοδοι επιτρέπουν την ανάλυση μικροστοιχείων στα δόντια (Molleson και Andrews 1996), και στο κολλαγόνο (Richards et al. 2003) των οστών και έτσι, προσφέρουν πληροφορία σχετικά με το τι έτρωγαν οι άνθρωποι τα τελευταία έτη πριν το θάνατο τους.

 

Εν συντομία: γνωρίζουμε περισσότερα σχετικά με το προϊστορικό Çatalhöyük, απ’ ότι για τους περισσότερους ιστορικούς πολιτισμούς, που είναι χρονικά πιο κοντά σε μας.

 

Αλλά πώς ξέρουμε ότι αυτή η κοινωνία ήταν αταξική;

 

Γενικά, υπάρχουν 3 κριτήρια, ή και τέσσερα, στην περίπτωση του Çatalhöyük, που θα πρέπει να ιδωθούν σε συνδυασμό:

 

Η αρχιτεκτονική: Σε ταξικές κοινωνίες, η αρχιτεκτονική που εξυπηρετεί την διαβίωση των μελών της άρχουσας τάξης και την άσκηση εξουσίας διαφέρει πολύ από την αρχιτεκτονική που εξυπηρετεί την διαβίωση και την εργασία της εκμεταλλευόμενης τάξης, όχι μόνο με κριτήρια ποσότητας (μεγέθους του χώρου διαβίωσης) αλλά και με κριτήρια ποιότητας (της κατασκευής). Δεν ήταν ποτέ δύσκολο για έναν αρχαιολόγο στην Αίγυπτο να διαφοροποιήσει το παλάτι ενός Φαραώ από το χώρο διαβίωσης μιας οικογένειας βοσκών.

 

Τα κτερίσματα: αν είναι συχνό σε μια κοινωνία να θάβει κτερίσματα με τους νεκρούς, είναι πιθανό να εξαχθούν διαφορετικές κοινωνικές τάξεις από αυτά, αν διαφέρουν σημαντικά σε ποιότητα.

 

Το ίδιο ισχύει και με τον εξοπλισμό με καταναλωτικά αγαθά. Και στις δύο περιπτώσεις, ας αναφέρω το παράδειγμα του Φαραώ και των βοσκών ξανά, για περιγραφικούς λόγους. Είναι σημαντικό ότι οι διαφοροποιήσεις που προκύπτουν βάσει των κτερισμάτων και του εξοπλισμού με καταναλωτικά αγαθά, δεν αποτελούν κάποιο κριτήριο διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Ένα εξέχον εύρημα σε έναν κατά τ’ άλλα κοινό τάφο, κάποιες διαφοροποιήσεις στην ποιότητα μεταξύ καταναλωτικών αγαθών ή κτερισμάτων, που είναι λίγο πλουσιότερα ή λίγο φτωχότερα, είναι τυπικές για τις χαμηλότερες τάξεις και μπορούν να εντοπιστούν στις αγροτικές και στις προλεταριακές οικογένειες της αρχαίας Αιγύπτου (Childe 1952: 61-62).

 

Η αρχιτεκτονική, τα κτερίσματα και ο εξοπλισμός με καταναλωτικά αγαθά: όλα αυτά είναι εκπληκτικά καλοδιατηρημένα στο Çatalhöyük και ρίχνουν φως στην αταξική δομή αυτής της κοινωνίας. Επιπλέον, παίζει ρόλο ακόμα ένα κριτήριο:

 

Ο Lawrence Angel που ανέλυσε τους σκελετούς που ανακτήθηκαν, έψαξε και για αλλοιώσεις των οστών και σε όλους τους σκελετούς των εργαζόμενων ανθρώπων βρήκε σημάδια σκληρής φυσικής εργασίας (Angel 1971: 90-92, σχετικά με νέα ευρήματα επιβεβαιωμένο από τον Hodder (2004: 39)). Ο Angel έγραψε:  «είναι εντυπωσιακό, αλλά αναμενόμενο για ένα λαό τόσο ενεργητικό όσο δείχνουν οι τοιχογραφίες του Çatal Hüyük (Angel 1971: 92) και καταλήγει: «το τίμημα για τη δημιουργικότητα και τη σχετική σταθερότητα … ήταν η σκληρή δουλειά από τον καθένα» (Angel 1971: 96). Σε αντίθεση, σε ταξικές κοινωνίες, όπως είναι γενικά γνωστό, οι κατέχοντες δε δουλεύουν, οπότε τα μέλη της άρχουσας τάξης μπορεί να εμφανίσουν ασθένειες ευημερίας αλλά όχι αλλοίωση των οστών από σκληρή φυσική εργασία.

 

Η αταξική κοινωνία

 

Το κλειδί στην κατανόηση της δομής της κοινωνίας του Çatalhöyük, όμως, είναι η αρχιτεκτονική του.

Τα σπίτια στο Çatalhöyük ήταν κολλητά τοίχο με τοίχο, χωρίς καθόλου κενό χώρο μεταξύ τους, αν και κάθε σπίτι είχε τους δικούς του τοίχους και μία επίπεδη στέγη. Η πόλη εκτεινόταν σε ταράτσες γύρω από ένα ύψωμα και υπήρχαν μόνο λίγες αυλές που βρισκόταν στο κέντρο αυτής της «κυψελοειδούς κατασκευής» (Mellaart 1967: 54-59).

 

Η πρόσβαση σ’ αυτά τα σπίτια ήταν δυνατή μόνο διασχίζοντας τις στέγες. Σε κάθε στέγη υπήρχε σκάλα που επέτρεπε όσους ζούσαν στο κέντρο του οικισμού, να σκαρφαλώνουν από στέγη σε στέγη για να φτάσουν το σπίτι τους. Στις ταράτσες υπήρχε ένα άνοιγμα προστατευμένο με ένα κάλυμμα. Εδώ ήταν η σκάλα που οδηγούσε κάτω, μέσα στο σπίτι (Mellaart 1967: 56-58).

 

Μέσα στην ερημιά, οι στέγες του Çatalhöyük σχημάτιζαν ένα τεχνητό τοπίο δημιουργημένο από τους ανθρώπους (εικ.2), το οποίο μέχρι τώρα έφτασε να θεωρείται ένα ανεξάρτητο πολιτιστικό επίτευγμα (Lewis-Williams 2004: 32). Πάνω στις ταράτσες υπήρχαν αποθηκευτικά δοχεία, εστίες και εργαστήρια. Οι ταράτσες ήταν χώρος παραγωγής και επικοινωνίας και δεν είχαν ιδιωτικό χαρακτήρα (Düring 2002: 11/2). Γίνεται ξεκάθαρο ότι η ζωή στο Çatalhöyük πρέπει να είχε ρυθμιστεί από πληθώρα κοινών συμφωνιών: όχι μόνο χρειαζόταν όλο το φαγητό να μεταφερθεί από τις στέγες, αλλά ακόμη και κάθε χρησιμοποιημένη πάνα σήμαινε άλλο ένα πέρασμα από όλες τις ταράτσες μέχρι το ποτάμι. Οικοδομικό υλικό για νέα κτίρια καθώς και πηλός και νερό για την ετήσια επίστρωση των εσωτερικών τοίχων: καθετί έπρεπε να μεταφερθεί διαμέσου των σκαλών και των ταρατσών άλλων οικογενειών (Mellaart 1967: 49-50). Τα ευρήματα δύο στεγών που είχαν καταρρεύσει εντός των σπιτιών δείχνουν ότι οι στέγες δεν ήταν απόλυτα σταθερές (Hodder 1998: 8/2, 2003: 11/1). Οι καταστροφές μπορούσαν να αποφευχθούν μόνο μέσω ενός σύνθετου δικτύου δεσμευτικών συμφωνιών (Martin και Russell 2000: 68), πρακτικών που είχαν γίνει ρουτίνα (Hodder 1998: 9/1), και τα φυσικά απομεινάρια των οποίων σήμερα φαίνονται σαν ίχνη τελετουργιών (Hodder 1998: 10/2, Lewis-Williams 2004: 56).

Η κάτοψη όλων των σπιτιών ήταν ορθογώνια και στο νότιο τοίχο – όπου η σκάλα οδηγούσε μέσα στο σπίτι από τη στέγη – ήταν η πτέρυγα της κουζίνας με φούρνο και εστία. Στους απέναντι τοίχους, στο βορρά και στην ανατολή, υπήρχαν οριζόντια επίπεδα (πλατφόρμες) φτιαγμένα από τούβλα όπου κάθονταν, έτρωγαν και κοιμόταν (Mellaart 1967: 56-60). Αυτές οι πλατφόρμες άνηκαν είτε σε έναν ενήλικα (πιθανόν με ένα μωρό) είτε σε δύο παιδιά. Κάτω από αυτές τις πλατφόρμες ήταν θαμμένοι οι νεκροί. Οι τοίχοι πάνω από αυτές ήταν διακοσμημένοι με τοιχογραφίες ή ανάγλυφα. Το τετραγωνικό μεσαίο τμήμα μεταξύ της κουζίνας και των επιπέδων ήταν καλυμμένο από ένα πλεγμένο χαλί και, όπως και οι στέγες, λειτουργούσε σαν χώρος εργασίας, όπως  δείχνουν τα ευρήματα. (Martin και Russell 2000: 61-62/2).

 

Πράγματι, στο Çatalhöyük υπήρχε μόνο αυτό το σπίτι – σε 1.500 αντίγραφα. Επιπλέον, οι κτιριακές αρχές διατηρούνται σε όλα τα επίπεδα, οπότε για 1.200 χρόνια χτίστηκε μόνο αυτός ο τύπος κτιρίου, όπως φαίνεται στην εικ.4. Αυτό αφορούσε τα υλικά, την κάτοψη, το ύψος και τον τύπο των δωματίων (Mellaart 1967: 56-64), ακόμα και τον εξοπλισμό του φωτισμού (Mellaart 1967: 68). Ο εσωτερικός σχεδιασμός, δηλαδή η διακόσμηση των τοίχων και των πλατφορμών, ποικίλει μόνο βαθμιαία (Hodder 1996b: 362). Ακόμα και αυτός ο τύπος αρχιτεκτονικής δεν αφήνει χώρο για κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Όλα τα σπίτια ήταν ισότιμα σε ποιότητα. Αντιπροσωπευτική αρχιτεκτονική, όπως ναοί ή παλάτια, απουσιάζουν τελείως. Κάθε κτίριο κατοικούνταν. Ο διαχωρισμός μεταξύ «ιερών» και «κοσμικών» δραστηριοτήτων δε σημαδεύεται από τη δημιουργία διαφορετικών κτιρίων (Hodder 1996a: 6, 1996b: 362), αλλά από την ύπαρξη σε κάθε σπίτι ενός ιερού χώρου (οι πλατφόρμες κάτω από τις τοιχογραφίες) και ενός κοσμικού χώρου (κουζίνα και χώρος εργασίας στο κέντρο) (Hodder 1998: 9, Düring 2001: 4/2). Κατά συνέπεια, η ύπαρξη επαγγελματιών ιερέων ήταν περιττή. (Από τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Çayönü μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι στο πλαίσιο της κοινωνικής επανάστασης ιερά κτίρια και η ιεροσύνη γενικά, καταργήθηκαν (Özdoğan 1997: 16-17, Özdoğan 2002).) Το 2003, συνάχθηκε ότι μόνο λίγοι μικροί δρόμοι οδηγούσαν στο κέντρο (του οικισμού). Αφού έγινε η υπόθεση για την ύπαρξη αντιπροσωπευτικής αρχιτεκτονικής εκεί (Mellink και Filip 1985: 19), ο Hodder άρχισε ανασκαφές και βρήκε … την κεντρική χωματερή. («… υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για δημόσιους χώρους και κτίρια – ακόμα μια φορά, το νεολιθικό Çatalhöyük φαίνεται να αποτελείται μόνο από σπίτια και απορρίμματα» (Hodder 2003: 10)).

 

Η ισότιμη φύση της ανθρώπινης κοινωνίας στο Çatalhöyük ενισχύεται ακόμα περισσότερο από τη μοναδική διαφοροποίηση στη χρήση του εσωτερικού χώρου των σπιτιών, του χώρου διαβίωσης. Ανταποκρίνεται στο μέγεθος της οικογένειας έτσι ώστε κάθε ενήλικας, ή δύο παιδιά κάτω των 15 χρόνων, είχαν αντίστοιχα 10 με 12 τ.μ. στη διάθεσή τους. Το μέγεθος της οικογένειας μπορεί να εξαχθεί από τον αριθμό των πλατφορμών σε κάθε σπίτι (Mellaart 1964: 93, Mellaart 1967: 60, 67; Hodder και Matthews 1998: 59-51 και εικ. 6.3).

 

Από τη στιγμή που ένα σπίτι μπορούσε να κατοικηθεί για περίπου 120 χρόνια (Mellaart 1967: 51) το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: πώς προσαρμοζόταν ο χώρος διαβίωσης στον εναλλασσόμενο αριθμό κατοίκων; Μια απάντηση μπορεί να δοθεί από την κάτοψη (Mellaart 1967: 56). Κάθε σπίτι με 3 πλατφόρμες (που αντιστοιχούν σε περίπου 30 τ.μ.) συμπεριελάμβαναν 1 με 2 μικρά δωμάτια των 10 με 12 τ.μ. το καθένα, όπως φαίνεται στην εικ.4. Αυτά τα δωμάτια εξυπηρετούσαν στην αποθήκευση προμηθειών, αλλά παν’ απ’ όλα στην απόθεση ανόργανων απορριμμάτων, όπως θραύσματα πηλού, υπολείμματα λαξευμένης πέτρας ή ασβεστοκονιάματος, στάχτες από την εστία και το φούρνο κ.α. (Martin and Russell 2000: 62/2-63/1). Όταν εμφανιζόταν ανάγκη για περισσότερο χώρο, τα ανόργανα υλικά μεταφερόταν από το δωμάτιο στην τοποθεσία κατασκευής, όπου χρειαζόταν ως συμπλήρωμα για να κατασκευαστεί ένα επίπεδο δάπεδο, για τη θεμελίωση ενός νέου σπιτιού (Martin and Russell 2000: 66-68). Το άδειο πλέον και καθαρό δωμάτιο ήταν πια διαθέσιμος χώρος διαβίωσης (Düring 2001: 5/2). Γίνεται λοιπόν ξεκάθαρο το γιατί σε διευρυμένα σπίτια λείπουν τα μικρά δωμάτια από την κάτοψη (Mellaart 1967: 59). Αντίθετα, αν μόνο ένα άτομο έμενε στο σπίτι, ο χώρος διαβίωσης μειωνόταν σε 12 τ.μ. (Hodder και Matthews 1998: 49-51 και εικ. 6.3).

 

Το ενδιαφέρον δεδομένο είναι, όμως, ότι ο μέγιστος πιθανός χώρος διαβίωσης δε χρησιμοποιούνταν από την αρχή, αλλά μόνο όταν εμφανιζόταν ανάγκη – και όταν αυτή δεν υπήρχε, ο χώρος διαβίωσης μειωνόταν και πάλι. Αν όλα τα σπίτια ήταν ισότιμα σε μέγεθος, θα δινόταν η εντύπωση της ισότητας εξωτερικά, αλλά στην πραγματικότητα το κάθε άτομο θα ήταν άνισο: κάποιος/α σε μεγάλη οικογένεια θα είχε λιγότερο χώρο στη διάθεση του/της απ’ ότι σε μια μικρή. Το γεγονός ότι τα σπίτια προσαρμοζόταν σε αληθινές συνθήκες, εξασφάλιζε ότι ο καθένας/ η καθεμία είχε πάντα 10 με 12 τ.μ. για τον εαυτό του/της. Τα «ζωντανά σπίτια» του Çatalhöyük (Balter 1998: 1445, Hodder 2002: 5/2) δείχνουν ότι οι ανάγκες των ανθρώπων ήταν αυτές που διαμόρφωναν την βάση για την οργάνωση της παραγωγής. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται και ολοκληρώνεται από την ανάλυση των κτερισμάτων και των σκελετών.

 

Ατομικότητα και σχέσεις των φύλων

 

Τα κτερίσματα που βρέθηκαν στους τάφους ρίχνουν φως, όχι μόνο στην κοινωνική ισότητα, αφού διαφέρουν οριακά μόνο σε σχέση με την ποιότητα και το χαρακτήρα τους (Mellaart 1967: 206), αλλά επίσης επιβεβαιώνουν τις ατομικές διαφορές. Τα αντικείμενα στους τάφους ποικίλουν ακόμα και μέσα σε μια κατοικία (Mellaart 1963: 100) και αποδεικνύουν μάλλον διαφορές μεταξύ ατόμων, παρά παρά διαφορές που οφείλονται σε ταξικά κριτήρια (Childe 1952: 143-144).

 

Ο Mellaart δε μπορούσε να φανταστεί τον κοινωνικό πλούτο, που ήταν, σε γενικές γραμμές, ισότιμα κατανεμημένος. Έτσι συμπέρανε ότι η περιοχή που ανάσκαψε ήταν η γειτονιά των ιερέων και ότι στο υπόλοιπο της πόλης οι συνθήκες θα ήταν φτωχότερες. Ήταν ένα συμπέρασμα που μπορούσε να καταρριφθεί με καλά επιχειρήματα, ειδικά μετά τις μελέτες των σκελετών που έκανε ο Angel το 1971. Ήδη το 1969 αποδείχθηκε ότι τα συγκεντρωτικά ευρήματα ήταν πιο εύκολο να συνταιριάξουν με μια κοινωνία χωρίς ταξική διαστρωμάτωση (Narr 1969: 12/2, δες ειδικά Grünert 1982: 194, Hermann 1983: 65-68, και, βάσει των αποτελεσμάτων του Mellaart: Hummel 1996: 269). Οι πρώιμες έρευνες του Hodder απέδειξαν ότι το Çatalhöyük ήταν παντού το ίδιο, όπως ήταν και στην περιοχή που ανάσκαψε ο Mellaart (Hodder 1996b: 360/2-361/1, Balter 1998: 1443/2, Hodder 2003: 10). Αυτό σημαίνει ότι στο Çatalhöyük αυτές οι διαφορές, που είναι τόσο έντονες σε μια ταξική κοινωνία, ήταν απούσες. Κατά συνέπεια, οι αρχαιολόγοι περιγράφουν αυτή την κοινωνία ως ισότιμη (Balter 1999: 891/3, Moore 1998) ή συζητούν για λεπτές διαφορές μεταξύ μιας ισότιμης και μιας ταξικής κοινωνίας (για ταξικές κοινωνίες: Wason 1994: 153-179, για ενδιάμεσες κοινωνίες: Hodder 1996b: 366/2, για την απόλυτα αταξική κοινωνία: Hamilton 1996: 262/2). Εδώ, η Naomi Hamilton βρίσκει τις διαχωριστικές λέξεις γι’ αυτό το διάλογο: «ανάγκη διαφορετικότητας δε σημαίνει δομική ανισότητα. Ηλικιακή κατάταξη, κοινωνικοί ρόλοι βασισμένοι στις ικανότητες και στις γνώσεις, κ.τ.λ., δεν έρχονται αναγκαστικά, σε αντίθεση με ένα ισόνομο ήθος.»

 

Οι τάφοι στο Çatalhöyük ήδη δείχνουν ότι ο κοινωνικός διαχωρισμός της εργασίας έλειπε, από τη στιγμή που στους νεκρούς δινόταν αντικείμενα διάφορων δραστηριοτήτων βασικής παραγωγής και  σε κάθε σπίτι υπήρχαν σπόροι (Connolly 1999: 798/2). Ωστόσο, από κτερίσματα όπως ζωγραφισμένα σκεύη ή χαλκός, φαίνεται και ότι οι άνθρωποι ήταν μερικώς ειδικευμένοι, ανάλογα με την επάρκεια τους, σε δραστηριότητες που απαιτούσαν επιδεξιότητα και ξεπερνούσαν τη βασική παραγωγή (Mellaart 1967: 209). Πιθανώς, μέσω της παραγωγής κεραμικών, οι κάτοικοι του Çatalhöyük είχαν ανακαλύψει πώς να εξάγουν το χαλκό από ένα κράμα χαλκού, όπως αποδείχθηκε από τη διατηρημένη σκωρία (Mellaart 1967: 217-218).

 

Υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά με τις ταξικές κοινωνίες: τα κτερίσματα δεν παραγόταν αποκλειστικά για τις ταφές, αλλά ήταν κυρίως αγαθά που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν στη ζωή τους και αφήνονταν μαζί τους στο θάνατο (Mellaart 1967: 209). Αυτό αποδεικνύεται αληθές και για τα αντικείμενα υψηλής κατασκευαστικής ποιότητας. Άψογα κατασκευασμένα στιλέτα από πυριτόλιθο, καθρέφτες λειασμένοι από οψιδιανό, που ήταν πιο φανταχτεροί από τους αρχαίους μεταλλικούς καθρέφτες (Mellaart 1967: pl. XIV and XII), καθώς και άψογα εργαλεία από οψιδιανό (Hamblin 1975: 17), όλα σε τάφους: αποδεικνύουν τόσο τις διαφορετικά ανεπτυγμένες προτιμήσεις και ικανότητες των ανθρώπων που τα παρήγαγαν, όσο και το σεβασμό από τους συντρόφους τους, που άφηναν αυτά τα αντικείμενα στους τάφους τους, αντί να τα κρατούν για τον εαυτό τους. Αντικείμενα σαν κι αυτά οδήγησαν τον Mellaart στο συμπέρασμα ότι θα μπορούσαν να έχουν παραχθεί τόσο τέλεια μόνο από εμπειροτέχνες, ειδικά αφού δεν βρήκε υπολείμματα της παραγωγής τους (Mellaart 1967: 211, Balter 1998: 1443/2). Γι’ αυτό το λόγο, κατά τη διάρκεια των νέων ανασκαφών δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση σε μικροσκοπικά ίχνη υπολειμμάτων στα πήλινα πατώματα και αναλύθηκαν τα  οικιακά απορρίμματα. Μ’ αυτό τον τρόπο, τα υπολείμματα θα μπορούσαν να παρέχουν στοιχεία για την επεξεργασία λίθων. Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή από λίθους δεν ήταν υπόθεση αποκλειστικά των εξειδικευμένων, αλλά γινόταν σε κάθε νοικοκυριό, ή σε συνδεόμενα νοικοκυριά, στην περίπτωση σύνθετης παραγωγικής διαδικασίας, που απαιτούσε συλλογική εργασία (Connolly 1999: 798-799, επίσης Balter 1998: 1443/2 και Hodder 1999: 6/1). Τα κτερίσματα που βρέθηκαν μέσα σε μια κατοικία είχαν παραχθεί και χρησιμοποιηθεί εκεί και είχαν ταφεί μαζί με το πρόσωπο που τα κατασκεύασε και τα χρησιμοποίησε. Ο Hodder βγάζει το συμπέρασμα ότι «δε μπορούμε να υποστηρίξουμε το συνολικό έλεγχο της παραγωγής από μια ελίτ» (Hodder 1996b: 361/2).

 

Ακριβώς όπως τα «ζωντανά σπίτια» που άλλαζαν ανάλογα με τους κατοίκους τους και προσαρμοζόταν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες διαβίωσης, αυτή η σύνδεση των ανθρώπων με τα αντικείμενα της καθημερινότητας συνιστά μια διευρυμένη οργανική δομή.

 

Πραγματικά σπουδαίο και ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι γυναίκες, επίσης, είχαν εργαλεία στα κτερίσματά τους, όπως και οι άντρες (Mellaart 1967: 209)[7]. Σε μεταγενέστερες ταξικές κοινωνίες, οι άντρες (των «μεσαίων τάξεων») έπαιρναν ταφικά αντικείμενα που επέτρεπαν συμπεράσματα όπως το επάγγελμά τους, αλλά οι τάφοι των γυναικών περιείχαν μόνο κοσμήματα: οι πλούσιες γυναίκες είχαν πλούσια κοσμήματα, οι φτωχές γυναίκες φτωχικά κοσμήματα. Το ότι αυτές οι γυναίκες δούλευαν το ίδιο σκληρά –αν όχι ακόμα σκληρότερα- με τους άντρες, δεν καθρεφτίζεται στα κτερίσματά τους. Τα εργαλεία στους νεολιθικούς τάφους των γυναικών απεικονίζουν ότι οι γυναίκες αναγνωρίζονταν ως ίσες στη διαδικασία παραγωγής αγαθών. Αυτό, με τη σειρά του, υποστηρίζει την υπόθεση ότι σε αυτή την κοινωνία ο ανταγωνισμός μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής είχε καταργηθεί. Υπάρχουν τοιχογραφίες στο Çatalhöyük που συμπληρώνουν και επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση: δείχνουν άντρες να χορεύουν με παιδιά (Mellaart 1966: pl. LIV, LV, LIX, LXI), ένα μοτίβο που δεν συναντάται σε ταξικές κοινωνίες, μέχρι και τον 13ο αιώνα π.Χ. και αργότερα υπάρχει απλώς σαν σκιώδης ύπαρξη. Επίσης, σε αντίθεση με το επιχείρημα του Mellaart, δε θαβόταν μόνο γυναίκες με παιδιά, αλλά και άντρες (Hamilton 1996: 253/1).

 

Ωστόσο, όχι μόνο οι γυναίκες θαβόταν με εργαλεία, αλλά και οι άντρες θαβόταν με κοσμήματα, κάποιες φορές σε σημαντικές ποσότητες (Hamilton 1996: 262)[8]. Η Naomi Hamilton, που στην ομάδα του Hodder είναι υπεύθυνη για την εργασία με τους τάφους, και γι’ αυτό και για την ανάλυση των σχέσεων των φύλων, αμφιβάλλει αν είναι καθόλου χρήσιμος ο ορισμός ενός κοινωνικού φύλου εκτός από το βιολογικό φύλο στη συζήτηση για το Çatalhöyük. Θεωρεί την έννοια του φύλου σαν δεσμό του καιρού μας και των προβλημάτων του και εξετάζει την πιθανότητα οι νεολιθικοί άνθρωποι να μην αντιλαμβανόταν τον άντρα και τη γυναίκα ως δίπολο (Hamilton 1996: 262). Πράγματι, ήδη το 1990 ο Hodder ανέπτυξε τη σκέψη ότι η αποφασιστική πόλωση για τη νεολιθική αντίληψη ήταν, πιθανώς, διαφορετικής φύσης (Hodder 1990). Είναι ενδιαφέρον ότι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις οδηγούν σε ανάλογες υποθέσεις σχετικά με την παλαιολιθική εποχή (Heidefrau 2004). Η συγγραφέας, Elke Heidefrau, γράφει: «πιθανόν, η συζήτηση για το φύλο … κυρίως αποκαλύπτει κάτι σχετικά για το δικό μας πολιτισμό: ένας πολιτισμός στον οποίο φαίνεται πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίζεις το φύλο κάποιου άλλου ατόμου (ας δούμε την πρώτη ερώτηση μετά τη γέννηση ενός παιδιού). Για μας, ένας πολιτισμός στον οποίο αυτό δεν είναι σημαντικό, φαντάζει σχεδόν αδιανόητος. Ως εκ τούτου, τέτοιες σκέψεις θα μπορούσαν να ανοίξουν νέους ορίζοντες σε μας και έτσι να εμπλουτίσουν τον τρέχοντα διάλογο για το φύλο!» (Heidefrau 2004: 148; μεταφρασμένο). Προφανώς, εκείνη την εποχή οι προσωπικότητες ήταν στο επίκεντρο, και όταν τους άρεσε να κοσμούν τον εαυτό τους, τα κοσμήματα τους δεν τους αφαιρούνταν όταν πέθαιναν – άσχετα με το φύλο τους. Και ήταν οι άνθρωποι που παρήγαγαν, που κατείχαν και χρησιμοποιούσαν τα εργαλεία και έτσι κρατούσαν κι αυτά στους τάφους τους – και πάλι, άσχετα με το φύλο.

 

Ο Hodder αφιέρωσε μια ξεχωριστή έκδοση στις σχέσεις των φύλων, με σκοπό να αντικρούσει τα παλαιότερα σενάρια για τη μητριαρχία στο Çatalhöyük (Hodder 2004). Στο άρθρο του στο “Scientific American”, παρουσιάζει μια εντυπωσιακή τεκμηρίωση για την ισότητα των φύλων στο Çatalhöyük: δεν υπήρχαν αξιοσημείωτες διαφορές σε σχέση με τη διατροφή, το ύψος και τον τρόπο ζωής μεταξύ ανδρών και γυναικών. Άντρες και γυναίκες διεκπεραίωναν παρόμοιες εργασίες, όπως μπορεί να εξαχθεί από τη διάβρωση των οστών. Και τα δύο φύλα διαβίωναν εντός και εκτός σπιτιού το ίδιο και ήταν το ίδιο ενεργά τόσο στην κουζίνα, όσο και στην κατασκευή εργαλείων. Δεν υπάρχουν ενδείξεις που να δείχνουν κάποιο φυλετικό διαχωρισμό της εργασίας. Μόνο από τα έργα τέχνης μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι έξω από το σπίτι, οι άντρες κυνηγούσαν και οι γυναίκες ασχολούνταν με τη γεωργία (cf. Hodder). Οι τοιχογραφίες δείχνουν, όμως, γυναίκες μαζί με άντρες σε απεικονίσεις κυνηγιού, όπως δημοσιεύθηκε στα ανασκαφικά δελτία του Mellaart (Mellaart 1966: Pl LIIb, LVIb, LXIIb). Και η ισότιμη ταφή ανδρών και γυναικών σφράγιζε την ισότητα ακόμα και στο θάνατο.

 

Αλληλεγγύη και φροντίδα

 

Η ισότητα στην κοινωνία που δίνει χώρο στην ανάπτυξη της ατομικής προσωπικότητας οδηγεί στο ερώτημα: «Πώς οι άνθρωποι που είναι ισότιμοι και ελεύθεροι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους;» Απαντήσεις μπορούν να βρεθούν στη μοίρα των ατόμων, όπως προκύπτει από τις σχέσεις μεταξύ ευρημάτων, ιδρυμάτων και στατιστικών μεγεθών από τις εξετάσεις των σκελετών.

 

Η μοίρα ενός κυνηγού, για παράδειγμα, που τρυπήθηκε από ένα αγριοβούβαλο και μεταφέρθηκε στο σπίτι του πληγωμένος θανατηφόρα και φροντίστηκε αλτρουιστικά από την οικογένειά του, μέχρι να πεθάνει από σοβαρή ισχιακή φλεγμονή (Angel 1971: 91), δείχνει ότι η οικογένεια επιβίωνε, ακόμα και αν ένα σημαντικό μέλος της απουσίαζε. «Ένα κορίτσι […] που υπέφερε από ένα σπασμένο μηριαίο οστό, που μάλλον την είχε σακατέψει» και πέθανε στην ηλικία των 17, δέχθηκε μια εξαιρετικά προσεγμένη ταφή (Mellaart 1967: 207). Αυτό το 17χρονο κορίτσι αλλά και το πρόωρα γεννημένο βρέφος (Mellaart 1967: 83, 207) και η μητέρα του, που πέθαναν μαζί, βάφτηκαν με κόκκινη ώχρα (Mellaart 1967: 207), ένας συμβολισμός που υποτίθεται ότι εξασφάλιζε την αναγέννηση (Mellaart 1963: 98, 1967: 149-150). Η ταφή μιας μητέρας, που μαζί με το 12χρονο γιο της πέθαναν από την κατάρρευση μιας οροφής, ακόμα και σήμερα αγγίζει ευαίσθητες χορδές, ακόμα και στη φωτογραφία των σκελετών (Balter 1999: 891). Βλέποντας αυτές τις ιστορίες για τη φροντίδα και τη θεραπεία των αρρώστων, γίνεται εμφανής η βαθιά συμπάθεια για τους αδικημένους από τη μοίρα.

 

Δεν είναι μόνο η μοίρα των ανθρώπων που δείχνει τη φροντίδα για τους αρρώστους, αλλά και τα ιδρύματα. Ο Angel ερμηνεύει διάφορα κτίρια στο Çatalhöyük σαν κανονικά νοσοκομεία (Angel 1971: 88).

 

Συγκρίνοντας τα στατιστικά δεδομένα από το Çatalhöyük με αυτά από το Elmalı Karataş (και τα δύο από Angel 1971: 78), μια πόλη στην ίδια περιοχή που όμως δε χρονολογείται στη Νεολιθική εποχή, αλλά στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού, είναι εντυπωσιακό ότι η παιδική θνησιμότητα εκεί ήταν 30% υψηλότερη από το Çatalhöyük. Επίσης, στην πόλη της εποχής του Χαλκού, κανένας δεν άγγιξε την ηλικία των 55 – 60, ενώ στη νεολιθική πόλη ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού έφτασε τα 60 -70 έτη. Λαμβάνοντας υπόψη την τεράστια πρόοδο της επανάστασης της εποχής του Χαλκού βάσει ενός μόνο παραδείγματος, το άροτρο που έφερε πρόοδο στην παραγωγικότητα περισσότερο από 100% σε σύγκριση με το νεολιθικό φτυάρι, τέτοια μείωση στην ποιότητα της ζωής φαίνεται εκπληκτική. Ωστόσο, εκτός από τον υλικό πλούτο (το επονομαζόμενο σήμερα ακαθάριστο εγχώριο προϊόν), η ποιότητα της ζωής (η παιδική θνησιμότητα, ο μέσος όρος ζωής, η περίθαλψη στην περίπτωση ασθένειας, η εξασφάλιση της βασικής διατροφής, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, η ισότητα στις ευκαιρίες) εξαρτάται πολύ περισσότερο από τις κοινωνικές συνθήκες, παρά από την αποδοτικότητα της οικονομίας (Sen 1993)[9].

 

Και η μετάβαση από την Παλαιολιθική εποχή στην εποχή του Χαλκού δε συνεπάγεται μόνο έναν αριθμό τεχνολογικών επιτεύξεων, αλλά και την ανάδυση της ταξικής κοινωνίας. Ταξική κοινωνία σημαίνει πατριαρχία και εκμετάλλευση: οι γυναίκες πρέπει να δουλεύουν μέχρι λίγο πριν γεννήσουν –και μετά τη γέννα ξανά όσο πιο σύντομα γίνεται. Αυτό αυξάνει την παιδική θνησιμότητα και μειώνει το προσδόκιμο ζωής των γυναικών. Η ταξική κοινωνία σημαίνει πόλεμο, επίσης, και αυτό μειώνει το προσδόκιμο ζωής των ανδρών.

 

Ο μέσος όρος ζωής στο Çatalhöyük ήταν τα 32 έτη (Angel 1971: 78, 80). Ακόμα κι αν τρομοκρατούμαστε με αυτό το νούμερο, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι, για την καταπιεσμένη τάξη αυτό προσεγγίστηκε ξανά περίπου το 1750 (Herrmann 1983: 60, δες επίσης Ehmer 1990: 202). Αυτό σημαίνει ότι 300 χρόνια πριν, ο σκλάβος χωρικός είχε μικρότερο προσδόκιμο ζωής από έναν ελεύθερο αγρότη στη νεολιθική εποχή.

Με αυτόν τον τρόπο, τα θετικά αποτελέσματα της τεχνολογικής προόδου ξεπεράστηκαν από τις αρνητικές συνέπειες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.

 

 

Τι λείπει από το Çatalhöyük;

 

Μια κοινωνία δε χαρακτηρίζεται μόνο από ό,τι υπάρχει σ’ αυτή. Ό,τι απουσιάζει μπορεί να είναι εξίσου αποκαλυπτικό.

 

Για παράδειγμα, λείπουν στοιχεία ιδιοκτησιακών αδικημάτων. Η ληστεία σαν εγκληματικό αδίκημα δε μπορεί να αποδειχθεί αρχαιολογικά, αλλά η σύληση των τάφων μπορεί. Η κλοπή από τους τάφους υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες στις οποίες τα αντικείμενα έχουν ανταλλακτική αξία (δηλαδή προσμετράται ο απαιτούμενος χρόνος παραγωγής τους), και στις οποίες αυτές οι αξίες διανέμονται άνισα στην κοινωνία, με αποτέλεσμα αντικείμενα μεγάλης αξίας να βρίσκονται στους τάφους των νεκρών ενώ οι ζωντανοί υποφέρουν μέσα στη μιζέρια. Ούτε οι κυρώσεις, ούτε καν οι σκληρότερες μέθοδοι εκτέλεσης, οι κατάρες των θεών, η προσδοκία τρομερών τιμωριών στον Κάτω κόσμο, δεν εμπόδισαν τους ανθρώπους από το να λεηλατούν τους τάφους κάτω από αυτές τις συνθήκες, που ήταν πάντα η αιτία που η σύληση των τάφων ήταν παρούσα από την αρχή της ταξικής κοινωνίας. Όμως, στις κοινωνίες που τα αγαθά δεν έχουν ανταλλακτική αξία, αφού είναι απλώς αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα οποία παράγονται και μοιράζονται σύμφωνα με τις ανάγκες και όχι την ανταλλαγή, δεν υπάρχει κίνητρο για λεηλασία των τάφων. Κατά συνέπεια, στο Çatalhöyük δεν υπάρχουν ίχνη λεηλασίας τάφων. Ο Mellaart βρήκε μόνο ασύλητους τάφους (Mellaart 1989: 23/1). Όπως ακριβώς απουσίαζε κάθε κίνητρο ταφικής λεηλασίας, δεν υπήρχε και κανένα κίνητρο ληστείας γενικότερα (Engels 1845: 542).

 

Ακόμα πιο εντυπωσιακό, συγκρινόμενο με την κατάσταση στις ταξικές κοινωνίες (π.χ. στις σύγχρονες), είναι το γεγονός ότι λείπουν τελείως απεικονίσεις επιθετικότητας. «Αυτό που μπορεί να ειπωθεί, όμως, είναι ότι ανάμεσα σε περισσότερες από εκατό ζωγραφιές, δεν υπάρχει ούτε μία που να απεικονίζει μια σκηνή διαμάχης ή πάλης, πόσο μάλλον πολέμου, κακομεταχείρισης ή βασανιστηρίου. Δεν υπάρχει ούτε υπόνοια τέτοιων καταστάσεων, οι οποίες δημιουργήθηκαν με την απαρχή του πολιτισμού.» (Mellaart 1989: 22/2).

 

Κατά κάποιο τρόπο, οι απεικονίσεις δικαστικής εξουσίας και καταδίκης απουσιάζουν[10]. Από τη στιγμή που οι οπτικές απεικονίσεις επιθετικών πράξεων λείπουν τελείως, πρέπει να ερωτηθεί αν αυτό πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι οι βίαιες πράξεις δε γινόταν ανεκτές από αυτή την κοινωνία και γι’ αυτό δεν απεικονιζόταν (ένα γεγονός που θα ήταν αξιοσημείωτο ούτως ή άλλως) ή αν η βία ήταν απούσα από την κοινωνία. Η απάντηση δόθηκε από τους σκελετούς του Çatalhöyük.

 

Γιατί δεν υπάρχει έστω και ένα στοιχείο που να παρέχει ενδείξεις βίαιου θανάτου. Κανένα εύρημα από σημάδια στα οστά που να δείχνει βία, που να έχει ασκηθεί από άνθρωπο, και ήταν αιτία θανάτου  (αναφέρεται αναλυτικά από το Mellaart (1967: 225), αναλυτικά επιβεβαιωμένο από τον Angel (1971) και τη Hamilton (1996: 255/1)). Κανένας δεν πέθανε επειδή κάποιος άλλος τον σκότωσε ή τον τραυμάτισε θανάσιμα.

 

Επιπλέον, λείπουν τελείως οι θανατώσεις ανθρώπων για θρησκευτικούς σκοπούς. Δεν υπήρχαν διατρήσεις κρανίων (Mellaart 1967: 225) – όπως στη νεολιθική Κεντρική Ευρώπη. Δεν υπήρχαν παραμορφώσεις κρανίων (Angel 1971: 94) – όπως στους λαούς της Κεντρικής Αμερικής ή στην αρχαία Αίγυπτο. Δεν υπήρχαν τελετουργικοί ακρωτηριασμοί των χεριών (Mellaart 1967: 164) – όπως στις σπηλιές των Πυρηναίων στην εποχή των Παγετώνων. Δεν υπήρχαν χτυπήματα δοντιών κατά τη διάρκεια της έναρξης ιεροτελεστιών (Mellaart 1967: 225, Angel 1971: 97) – όπως στους Αυστραλούς Αβορίγινες. Δεν υπήρχαν αιματηρές θυσίες. Αυτό σημαίνει ότι αν και ζώα σφαγιάζονταν για κατανάλωση, δεν υπήρχε εξοπλισμός για τελετουργικό θάνατο (Mellaart 1967: 77).

 

Και δεν υπήρχε πόλεμος.

 

Αυτό δεν ισχύει μόνο για το Çatalhöyük (Mellaart 1967: 69, Balter 1999: 891/3, Düring 2001: 2) μέχρι και την τελευταία μέρα ύπαρξης του οικισμού (Mellaart 1967: 53), αλλά και για όλη την Ανατολία για 1.500 χρόνια (Grünert 1982: 195, Herrmann 1983: 73/1) και για όλο τον πολιτισμό τον Βαλκανίων  από το 6.500 π.Χ. μέχρι το 4.000 π.Χ.(Gimbutas 1996: 331/1, Whittle 1996: 93, 112), του οποίου η γαλήνη ήδη είχε αναδειχθεί από τον Childe (Childe 1952: 165).

 

Στο σύνολό τους, αυτά τα γεγονότα σήμερα φαίνονται σαν την αρχαιολογία μιας ουτοπίας. Ωστόσο, πρέπει να κατανοήσουμε ότι 10.000 άνθρωποι χωρίς κεντρική εξουσία δε θα μπορούσαν ποτέ να ζήσουν μαζί σε τέτοια πυκνότητα, αν δεν κατείχαν ειρηνικές μεθόδους για να λύνουν τις διαφωνίες τους εξαρχής. Αν η χρήση δύναμης ήταν μέρος του ρεπερτορίου των στρατηγικών για την επίλυση διαφωνιών, οι οικισμοί όπως το Çatalhöyük δε θα ήταν δυνατόν να επιβιώσουν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα – κανένας δε θα μπορούσε να αποτρέψει την κατάρρευσή του. Ακόμα ένα επιχείρημα υπέρ της απουσίας βίας a priori είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η παντελής απουσία βίας στη λατρευτική περιοχή: οι άνθρωποι είχαν αναπτύξει εικόνες των θείων, που ήταν ακριβώς τόσο ειρηνικές όσο ήταν και αυτοί. «Η οργάνωση τόσο πολλών ανθρώπων χωρίς από πάνω κεντρική εξουσία, ήταν δυνατή μόνο εξαιτίας ενός επεξεργασμένου κοινωνικού κώδικα που ρύθμιζε την καθημερινή ζωή.» (Hodder 1998: 10).

 

«Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς το συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι του Çatalhöyük δεν έβλεπαν τα πράγματα με το δικό μας τρόπο. Αντίθετα, επικεντρώνονταν … στη συνέχεια της ζωής … και στον τρόπο για να την επιτύχουν. Φαίνεται ότι καταλάβαιναν τη σημασία της συνέχειας, ότι «η ζωή πρέπει να συνεχιστεί», μια θεμελιώδης αλήθεια, που εμείς τείνουμε να χάσουμε (Mellaart 1989: 11).

 

 

 

Η κομμουνιστική κοινωνία

 

Είναι πιθανόν ότι οι αιτίες αυτής της ειρήνης, στην τελική, ήταν κοινωνικοοικονομικής φύσεως επειδή όλοι ήξεραν ότι μπορούσαν να επιβιώσουν μόνο όλοι μαζί («μια θεμελιώδης αλήθεια, που εμείς τείνουμε να χάσουμε»). Είναι ζωτικής σημασίας, όμως, ότι οι άνθρωποι φερόταν ο ένας στον άλλο με ειρηνικό και αλληλέγγυο τρόπο, γνωρίζοντας ότι εξαρτιόταν ο ένας από τον άλλο. Μόνο με τη συν-εργασία μπορούσαν να επιβιώσουν, και μέρα με τη μέρα αντιλαμβάνονταν εκ νέου ότι με την συλλογική δράση μπορούσαν να επιτύχουν πράγματα τα οποία αλλιώς θα ήταν αδύνατα: το Çatalhöyük – ή όπως αποκαλείται σήμερα εν γένει: «ο νεολιθικός τρόπος ζωής» ( για την Ανατολία: Özdoğan 1997: 27, για την Ευρώπη Whittle 1996: 355).

 

Αποφεύγοντας καταστροφικές δραστηριότητες και μην έχοντας εκμεταλλευτές στην πλάτη τους, που θα έπαιρναν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της εργασίας τους, μπόρεσαν να μειώσουν το μέσο χρόνο εργασίας, που χρειαζόταν για να ικανοποιήσουν τις βασικές τους ανάγκες, στο μισό του παραγωγικού τους χρόνου, όπως συμπέρανε έμμεσα ο Narr (Narr 1968/69: 419). Περισσότερο από το μισό του χρόνου τους έμενε για να ικανοποιήσουν τις κοινωνικές τους ανάγκες, όπως φαίνεται στην εκπληκτική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών (e.g. Mellaart 1964: 84-92, Mellaart 1967: 215, 218-220), στην ποικιλία και στην ποιότητα της διατροφής (Mellaart 1967: 224, Helbaek 1964, Richards et al. 2003), και στην κοινωνική ζωή. Αυτό αποδεικνύεται από την τέχνη, που σκοπός της ήταν να διδάσκει τους κανόνες της καθημερινής κοινωνικής ζωής(Hodder 1998: 10): η ζωγραφική (Mellaart 1989), η μουσική (Stockmann 1985), οι χοροί και τα συχνά γλέντια. Από τις τοιχογραφίες (π.χ. . Mellaart 1962: Pl. XIV, XV, XVII, XVIII) και από το μοναδικό γεγονός ότι τα μηριαία οστά σχεδόν των μισών ενηλίκων έδειξαν μια ανατομική διαφοροποίηση, η οποία μπορεί να είχε τις ρίζες της στον υπερβολικό χορό (Angel 1971: 92-94), πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι γλεντούσαν συχνά. Η ανασκαφή των υπολειμμάτων μιας τέτοιας γιορτής, αποδεικνύει επίσης ότι εκπλήρωναν κάθε επιθυμία τους (Martin and Russell 2000: 66).

 

Συνεπώς, το γλέντι και ο χορός συνέβαλαν σημαντικά στη σταθερότητα της κοινωνίας και απέτρεπε τη συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας πλεονάσματος. Επίσης, τα απομεινάρια από αυτές τις μακρινές εποχές μπορούν να μεταφέρουν μια ιδέα για το τι είναι πιθανόν ακόμα και στο επίπεδο της νεολιθικής εποχής, όταν οι κοινωνικές σχέσεις είναι ανθρώπινες και ο άνθρωπος είναι ελεύθερος.

 

Καθώς μετά τον σταλινισμό η σοσιαλιστική ουτοπία εμφανίζεται αναξιόπιστη, η ανακάλυψη αυτής της κοινωνίας παίρνει ιδιαίτερη σημασία. Βοηθάει στη συλλογή εμπειρικών δεδομένων και παρέχει ένα παράδειγμα για τις σχέσεις μεταξύ των κομμουνιστικών σχέσεων της παραγωγής και της κοινωνικής δομής – και αυτά σε μια κοινωνία που δεν άντεξε για 80 αλλά για 3.000 χρόνια.

 

Το γεγονός ότι η ανάπτυξη μιας κοινωνίας σαν αυτή που περιγράφηκε παραπάνω ήταν δυνατή στην Εποχή του Λίθου, για ακόμα μια φορά επιβεβαιώνει ότι δεν είναι η τεχνολογική εξέλιξη, αλλά η οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων, που είναι καθοριστική στην ποιότητα της ζωής και στον χαρακτήρα της κοινωνίας.

 

Και τι θα ήταν δυνατό σήμερα – στη σημερινή φάση της τεχνολογικής ανάπτυξης – μόνο αν είχαμε λογικές κοινωνικές συνθήκες…

 

Βιβλιογραφία

 

Angel, J. L., 1971, “Early Neolithic Skeletons from Çatal Hüyük: Demography and Pathology”, Anatolian Studies, 21, 77-98.

Arsebük, G., Mellink, M. J., Schirmer, W., (Eds.), 1998, “Light on Top of the Black Hill: Studies Presented to Halet Çambel”, Ege Yayinlari, Istanbul.

Balter, M., 1998, “Why Settle Down? The Mysteries of Communities”, Science, 282, 1442-1445.

Balter, M., 1999, “Long Season Puts Çatalhöyük in Context”,

Science, 286, 890-891.

Beltran, A., 1982, “Felskunst der spanischen Levante”,

Gustav Lübbe Verlag, Bergisch Gladbach.

Bergmann, S., Kästner, S., Mertens, E.-M., (Eds.), 2004,

“Göttinnen, Gräberinnen und gelehrte Frauen“, Waxmann, Münster.

Boetzkes, M., Schweitzer, I., Vespermann, J., (Eds.), 1999, “EisZeit“, Roemer- und Pelizäus-Museum, Ian Thorbecke, Hildesheim und Stuttgart.

Böhmer, R.M., Hauptmann, H., (Eds.), 1983, “Beiträge zur Altertumskunde Kleinasiens – Festschrift für Kurt Bittel“, Philipp von Zabern, Mainz.

Burnham, H. B., 1965, “Çatal Hüyük – The Textiles and Twin Fabrics”, Anatolian Studies,15, 169-174.

Çambel, H., Braidwood, R. J., 1983, “Çayönü Tepeşi – Schritte zu neuen Lebensweisen”, in: Böhmer und Hauptmann (Eds.), 1983: 155-170.

Caspers, G., Freund, H., Kleinmann, A., Merkt, J., 1999, “Das Klima im Quartär“, in: Boetzkes et al. (Eds.), 1999: 78-94.

Childe, V. G., 1952, “Social evolution”, Third Impression, Watts, London.

Connolly, J., 1999, “Technical Strategies and Technical Change at Neolithic Çatalhöyük”, Antiquity, 73, 791-800.

Davis, M. K., 1998, “Social Differentiation at the Early Village of Çayönü, Turkey”, in: Arsebük et al. (Eds.), 1998: 257-266.

Düring, B. S., 2001, “Social Dimensions in the Architecture of Neolithic Çatalhöyük”, Anatolian Studies, 51, 1-18.

Ehmer, J., 1990, “Sozialgeschichte des Alters”, Suhrkamp, Frankfurt.

Engels, F., 1845, “Zwei Reden in Elberfeld, I”, in: MEW, 2, 536-558.

Gerard, F., Thissen, L., (Eds.), 2002, “The Neolithic of Central Anatolia”, Ege Yayinlari, Istanbul.

Gimbutas, M., 1990, “Wall Paintings of Çatal Hüyük”, The Review of Archaeology, 11, 1-5.

Gimbutas, M., 1996, “Die Zivilisation der Göttin – Die Welt des alten Europa”, Zweitausendeins, Frankfurt.

Grünert, H., 1982, “Geschichte der Urgesellschaft”, VEB Deutscher Verlag der Wissenschaft, Berlin.

Hamilton, N., 1996, “Figurines, Clay Balls, Small Finds and Burials”, in: Hodder (Ed.), 1996: 215-263.

Hamblin, D. J., 1975, “Die ersten Städte”, Time – Life, Nederland B.V.

Hauptmann, H., 1991, “Die Schwelle zur Zivilisation”, Der Spiegel, 1991/33: 160-165.

Hauptmann, H., 1991/92, “Nevalı Çori – Eine Siedlung des akeramischen Neolithikums am mittleren Euphrat”, Nürnberger Blätter zur Archäologie, 8, 15-33.

Hauptmann, H., 2002, “Upper Mesopotamia in its Regional Context during the Early Neolithic”, in: Gerard and Thissen (Eds.), 2002: 263-271.

Heidefrau, E., 2004, “Kontinuum der Subjektivität”, in: Bergmann et al. (Eds.), 2004: 141-156.

Helbaek, H., 1964, “First Impressions of the Çatal Hüyük Plant Husbandry”, Anatolian Studies, 14, 121-123.

Herrmann, J., 1983,

“Der Aufstieg der Menschheit zwischen Naturgeschichte und Weltgeschichte”, Pahl Rugenstein, Köln.

Hiller, S., Nikolov, V., (Eds.), 2000,

“Österreichisch – Bulgarische Ausgrabungen und Forschungen in Karanovo”, Bd. III, Phoibos, Wien.

Hodder, I., 1990, “The Domestication of Europe”, Basil Blackwell, Cambridge.

Hodder, I., 1996a, “Re-opening Çatalhöyük”, in: Hodder (Ed.), 1996: 1-7.

Hodder, I., 1996b, “Conclusions”, in: Hodder (Ed.), 1996: 359-366.

Hodder, I., (Ed.), 1996, “On the Surface: Çatalhöyük 1993-95”, McDonald Institute, Cambridge and London.

Hodder, I., 1998, “Çatalhöyük”, Anatolian Archaeology, 4, 8-10.

Hodder, I., 1999, “Getting to the Bottom of Thing: Çatalhöyük 1999”, Anatolian Archaeology, 5, 4-7.

Hodder, I., (Ed.), 2000, “Towards Reflexive Method in Archaeology: The Example of Çatalhöyük”, McDonald Institute, Cambridge and London.

Hodder, I., 2002, “Çatalhöyük”, Anatolian Archaeology, 8, 5-7.

Hodder, I., 2003, “A New Phase of Excavation at Çatalhöyük”, Anatolian Archaeology, 9, 9-11.

Hodder, I., 2004, “Women and men at Çatalhöyük”, Scientific American, 290, 67-73.

Hodder, I., Matthews, R., 1998, “Çatalhöyük: the 1990’s Seasons”, in: Matthews (Ed.),1998: 43-51.

Hole, F., 2000, “Is Size Important? – Function and Hierarchy in Neolithic Settlements”, in: Kuijt (Ed.), 2000: 191-209.

Hummel, J., 1996, “Çatal Hüyük: Wie die ersten Bäuerinnen ihre Männer aus dem Sumpf der Wildheit zogen”, in: Röder et al., 1996: 229-272.

Kujit, I., (Ed.), 2000, “Life in Neolithic Farming Communities – Social Organization, Identity and Differentiation”, Kluwer, New York.

Lewis – Williams, D., 2004, “Constructing a Cosmos – Architecture, Power and Domestication at Çatalhöyük”, Journal of Social Archaeology, 4/1, 28-59.

Lloyd, S., 1974, “Twenty-five Years”, Anatolian Studies, 24, 197-220.

Lorblanchet, M., 1997, “Höhlenmalerei”, Ian Thorbecke, Sigmaringen.

Loy, T. H., Wood, A.R., 1989, “Blood Residue Analysis at Çayönü Tepeşi, Turkey”, Journal of Field Archaeology, 16/4, 451-460.

Martin, L. Russell, N., 2000, “Trashing Rubbish”, in: Hodder (Ed.), 2000: 57-69.

Matthews, R., (Ed.), 1998, “Ancient Anatolia”, British Institute of Archaeology at Ankara, London.

Mellaart, J, 1963, “Excavations at Çatal Hüyük – Second Preliminary Report 1962”, Anatolian Studies, 13, 43-103.

Mellaart, J., 1964, “Excavations at Çatal Hüyük – Third Preliminary Report 1963”, Anatolian Studies, 14, 39-119.

Mellaart, J., 1966, “Excavations at Çatal Hüyük – Fourth Preliminary Report 1965”, Anatolian Studies, 16, 165-191.

Mellaart, J., 1967, “Çatal Hüyük – A Neolithic Town in Anatolia”, Thames and Hudson, London.

Mellaart, J., 1989, “The Goddess of Anatolia”, Vol. II, Eskenazi, Milano.

Mellaart, J., 1998, “Beycesultan”, in: Matthews (Ed.), 1998: 61-68.

Mellink, M. J. Filip, J., 1985, “Frühe Stufen der Kunst”, in: Propyläen Kunstgeschichte, Bd. 14, Propyläen, Berlin.

Molleson, M., Andrews, P., 1996, “Trace Elements of Bones and Teeth from Çatalhöyük”, in: Hodder (Ed.), 1996: 265-270.

Moore, A. M. T., 1998, “From Village to City in the Ancient Near East” American Journal of Archaeology, 102, 380.

Narr, K. J., 1968/69, “Mutterrechtliche Züge im Neolithikum: Zum Befund von Çatal Hüyük”, Anthropos, 63/64, 409-420.

Narr, K. J., 1969, “Çatal Hüyük – Befund und Deutung”, Mitteilungen der Deutsch – Türkischen Gesellschaft, 79, 9-13. 140.

Özdoğan, M., 1994, “Neolithization of Europe: A View from Anatolia. Part 1: The Problem and Evidence of East Anatolia”, Porocilo o raziskovanju paleolitika, neolitika in eneolitika v Slovenji, 22, 25-61.

Özdoğan, M., 1997, “The Beginning of Neolithic Economies in Southeastern Europe: An Anatolian Perspective”, Journal of European Archaeology, 5/2, 1-33.

Özdoğan, A., 1999a, “Çayönü”, in: Özdoğan and Basgelen (Eds.), 1999: 35-63.

Özdoğan, M., 1999b, “Concluding Remarks”, in: Özdoğan and Basgelen (Eds.), 1999: 225-236.

Özdoğan, M., 2000, “The Apparence of Early Neolithic Cultures in Northwestern Turkey”, in: Hiller und Nikolov (Eds.), 2000: 165-170.

Özdoğan, M., 2002, “Defining the Neolithic of Central Anatolia”, in: Gerard and Thissen (Eds.), 2002: 253-261.

Özdoğan, M., Basgelen, N., (Eds.), 1999, “Neolithic in Turkey – The Cradle of Civilizations”, Arkeoloji ve Sanat Yayinlari, Istanbul.

Özdoğan, M., Özdoğan, A., 1989, “Çayönü – A Conspectus of Recent Work”, Paleorient,15/1, 65-74.

Özdoğan. M., Özdoğan, A., 1998, “Buildings of Cult and Cult of Buildings”, in: Arsebük et al. (Eds.), 1998: 281-601.

Patterson, Th. C., 2003, “Marx’s ghost – Conversations with archaeologists”, Berg, Oxford.

Richards, M. P., Pearson, J. A., Molleson, Th. J., Russell, N., Martin, L., 2003, “Stable Isotope Evidence of Diet at Neolithic Çatalhöyük, Turkey”, Journal of Archaeological Science, 30, 67-76.

Röder, B., Hummel, J. Kunz, B., 1996, “Göttinnendämmerung – Das Matriarchat aus archäologischer Sicht”, Droemer – Knaur, München.

Rosenberg, M., 1999, “Hallan Çemi”, in: Özdoğan and Basgelen (Eds.), 1999: 25-33.

Rosenberg, M., Redding, R. W., 2000, “Hallan Çemi and Early Village Organization in Eastern Anatolia”, in: Kujit (Ed.), 2000: 39-61.

Schirmer, W., 1983, “Drei Bauten des Çayönü Tepeşi”, in: Böhmer und Hauptmann (Eds.),1983: 463-479.

Schirmer, W., 1988, “Zu den Bauten des Çayönü Tepeşi”, Anatolica, 15, 141-159.

Schirmer, W. 1990, “Some Aspects of Building at the ‘aceramic-neolithic’ Settlement of Çayönü Tepeşi”, World Archaeology, 21/3, 363-387.

Schmidt, K., 2000, “Zuerst kam der Tempel, und dann die Stadt”, Istanbuler Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Institutes in Ankara, 50, 5-41.

Sen, A., 1993, “The Economics of Life and Death”, Scientific American, 1993/5, 40-47.

Stockmann, D., 1985, “Der Trommler von Çatal Hüyük”, Beiträge zur Musikwissenschaft,27, 138-169.

Thissen, L., 2002, “CANeW 14-C Database and 14-C Charts, Anatolia, 10,000 – 5,000 cal BC”, in: Gerard and Thissen (Eds.), 2002: 299-337.

Voigt, M. H., 2000, “Çatal Hüyük in Context – Ritual at Early Neolithic Sites in Central and Eastern Turkey”, in: Kujit (Ed.), 2000: 253-293.

Wason, P. K., 1994, “The Archaeology of Rank”, Cambridge.

Whittle, A., 1996, “Europe in the Neolithic – The Creation of New Worlds”, Cambridge.

Wood, A. R., 1989, “Revisited: Blood Residue Investigations at Çayönü, Turkey”, in: Arsebük et al. (Eds.), 1989: 763-764.

Zick, M., 1992, “Gott in der Steinzeit”, Bild der Wissenschaft, 1992/6: 16-21.

 

 


[1] Σ.τ.μ. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα Ian Hodder, τα επίπεδα διαβίωσης είναι 18, σε έκταση 13,5 εκταρίων. Τα επίπεδα προέκυπταν αφού οι κάτοικοι εγκατέλειπαν τα παλιά τους σπίτια, τα γέμιζαν με μπάζα και έχτιζαν τις νέες τους κατοικίεςαπό πάνω. (Ian Hodder, Çatalhöyük, The Leopard’ s tale, Thames & Hudson, 2006, σ. 7)

[2] Οι χρονικοί προσδιορισμοί είναι από Thissen 2002

[3] Η δεύτερη φάση της επανάστασης των παραγωγικών δυνάμεων περιλάμβανε την εξημέρωση διαφόρων ειδών από φυτά και ζώα, καθώς και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, όπως η παραγωγή κεραμικών και μετάλλων. Όμως, αυτό συνέβη μετά την κοινωνική επανάσταση.

[4] Για ανθρωποθυσίες δες π.χ. Hauptmann 1991, Hauptmann 1991/92: 22, Zick 1992, για τον τύπο της κοινωνίας Özdoğan and Özdoğan 1998, Rosenberg 1999, Rosenberg and Redding 2000, Hole 2000.

[5] όσον αφορά τις κοινωνικές μεταλλαγές, δες τα τέσσερα θεμελιώδη άρθρα του Özdoğan (1994, 1997, 2000 und 2002). Για παρόμοια επανάσταση σε άλλη τοποθεσία (Göbekli Tepe) δες το τελευταίο κεφάλαιο του άρθρου του Schmidt (2000: 41).

[6] όσον αφορά στην Ανατολία, δες π.χ. τις αναφορές στην υποσημείωση 4, όσον αφορά στην Ευρώπη δες π.χ. Gimbutas 1996: 323-349 και Whittle 1996: 69-71, 90-96, 355 und 370-371.

[7] αυτό φαίνεται να είναι αληθές για τους νεολιθικούς πολιτισμούς εν γένει, ακόμα και για τη γραμμική κεραμική κουλτούρα της Κεντρικής Ευρώπης (linearbandkeramik) (Nordholz 2004: 124). Ωστόσο, αυτή η διασύνδεση σπάνια γίνεται αντιληπτή.

[8] το αντίστροφο επιχείρημα του Mellaart πηγάζει από το γεγονός ότι συχνά προσδιόριζε το φύλο των σκελετών σύμφωνα με τα κτερίσματα (!). Μόνο μετά τις ανατομικές εξετάσεις των σκελετών από τον Angel, έξι χρόνια μετά, αποκαλύφτηκαν τα πραγματικά δεδομένα (Hamilton 1996: 245/2, 258/2).

 

[9] Εδώ βρίσκει κανείς περισσότερες αναφορές για αυτές τις σημαντικές συσχετίσεις, που αποκρύβονται επίτηδες από νεοφιλελεύθερους οικονομολόγους.

[10] αξίζει να σημειωθεί ότι αναπαραστάσεις μαχών, πολέμων και εκτελέσεων δεν απαρτίζουν μόνο το κεντρικό μοτίβο της τέχνης των μεταγενέστερων ταξικών κοινωνιών, αλλά έχουν περάσει από προηγούμενες εποχές (Beltran 1982: 44-45).

 

Το παραπάνω κείμενο αντέγραψα απ’ τη διεύθυνση: http://www.rebelnet.gr/articles/view/From—ay–n—to—atalh–y–k-Emergence-and-deve#_ftnref9

Περισσότερες πληροφορίες για την ανασκαφή στην οποία αναφέρεται το άρθρο στο σχετικό site: http://www.catalhoyuk.com/

Advertisements