Διασταυρούμενα πυρά

εναλλακτικός τίτλος: ΦΥΡΔΗΝ ΜΙΓΔΗΝ – σχόλια και πληροφορίες για την κοινωνική και πολιτική ζωή στην Ελλάδα + εκπαιδευτικό υλικό. Oι συνεχείς αλλαγές θα είναι ο κανόνας σ' αυτό το blog επειδή 1. τίποτε δεν είναι τέλειο και 2. στόχος είναι η συνεχής βελτίωση

Tag Archives: επαρχία

Τη δεκαετία του ’60, στο δάσος της Στροφυλιάς

Τη δεκαετία του ’60, στο δάσος της Στροφυλιάς έβοσκαν μεγάλα κοπάδια από ημιάγρια γελάδια, αναπόσπαστο κομμάτι του οικοσυστήματος. Με την αναδιάρθρωση της κτηνοτροφίας και την εισαγωγή γαλακτερών αγελάδων ήλθε η ώρα να σφαγούν. Η διαδικασία της μαζικής σφαγής δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Το πρώτο που έπρεπε να φροντίσει ο βουκόλος ήταν να φτιάξει έναν πολύ καλό βωρό, βωρός είναι το ειδικό μαντρί βοοειδών. Ο βωρός κατασκευαζόταν ξαπλώνοντας κυκλικά κορμούς δένδρων που επάνω τους έμπαιναν κλαδιά. Το βράδυ, πριν τη σφαγή, ο βουκόλος έκλεινε τα βόδια στο βωρό και τα τάιζε.

Με την ανατολή του ηλίου άνοιγε η πύλη. Έμπαιναν δύο λασοφόροι που τους ακολουθούσαν δύο σφαγείς κρατώντας δίκοπα μαχαίρια. Ο πρώτος έριχνε το λάσο πιάνοντας το πρώτο γελάδι, καπάκι έριχνε ο δεύτερο. Τεντώνανε τα σχοινιά στην αντίθετη κατεύθυνση και προτού το ζώο αντιδράσει ο γελαδοσφάχτης με καταπληκτική σβελτάδα και ακρίβεια εκσφενδόνιζε το μαχαίρι στο κοίλωμα του αυχένα (την «πλεξούδα») και το ζώο ξαπλωνόταν ακαριαία στο έδαφος. Σε περίπτωση αποτυχίας, το τραυματισμένο ζώο θα τους ποδοπατούσε. Γι’ αυτό πίσω καθόταν ο αναπληρωματικός γελαδοσφαγέας στην περίπτωση που η μαχαιριά δεν έπιανε ακριβώς πλεξούδα για να ρίξει δεύτερη. Στη συνέχεια, δινόταν η χαριστική βολή. Έσερναν το ζώο έξω από το βωρό, το κρεμούσαν σε μια κουκουναριά και έπιαναν δουλειά οι γελαδογδάρτες και οι αντεροβγάλτες.

Στην αρχή τα πράγματα κυλούσαν ήσυχα. Στη συνέχεια, μετά τις πρώτες σφαγές, «όταν ο βουκόλος σκούπιζε τα δάκρυά του», τα γελάδια άρχιζαν να αναδεύονται, να σπρώχνονται μεταξύ τους, τα πιο δυνατά να στριμώχνονται προς τα πίσω αφήνοντας μπροστά τα αδύνατα. Τα μικρά προσπαθούσαν να κρυφτούν πίσω από τα μεγάλα, για να αναβάλουν τη σειρά τους. Επειδή με το συνεχές στρίμωγμα προς τα πίσω άρχιζαν οι πρώτες κολιές στο μαντρί, πιάναμε δουλειά τα πιτσιρίκια. Η αποστολή μας ήτανε να χτυπάμε με μακριά κλαδιά (τέμπλες) και να απειλούμε με παιδικά ουρλιαχτά τα γελάδια που προσπαθούσαν να προσεγγίσουν στο φράχτη. Μας είχαν τάξει από μια πατρινή σφυρίχτρα, μια οκά γελαδίσια πατσά στον καθένα (μια οκά ισούται με 1.280 γραμμάρια) και από ένα γελαδοπόδαρο. Όσο εξελισσόταν η σφαγή, τα πράγματα δυσκόλευαν. Τα γελάδια αγρίευαν, τα ποδοβολητά δυνάμωναν, ο κίνδυνος να αφηνιάσουν και να γκρεμίσουν το μαντρί γινόταν ορατός. Την κατάλληλη στιγμή όμως, παρενέβαινε ο επόπτης αρχισφαγέας, φωνάζοντας «φτάνει, καλά τα πήγαμε, συνεχίζουμε σε 15 μέρες». Όταν άνοιγε η πόρτα γινόταν πανζουρλισμός. Τα γελάδια εξαφανίζονταν προς τους κοντινούς υδροβιότοπους. Τη νύχτα διέσχιζαν το δάσος σπαρακτικά μουγκρητά – κραυγές αγελάδων που μάταια καλούσαν το μοσχάρι τους. Μετά από 15 ημέρες και σε τρεις δόσεις η επιχείρηση επαναλαμβανόταν, η εξόντωση ολοκληρωνόταν.

Σε κάποιο γειτονικό κοπάδι τα πράγματα δεν εξελισσόταν με τον ίδιο τρόπο. Ο αρχιχασάπης δεν υπολόγιζε κάποιους άγριους ταύρους που με το πρώτο αίμα γίνονταν επιθετικοί, ξεσήκωναν το κοπάδι που αφηνίαζε, γκρέμιζε το μαντρί ποδοπατώντας τους λασοφόρους, εξαφανίζονταν στο δάσος συναντώντας τα αγρίμια του, γλύτωνε το λεπίδι. Όλοι μας είμαστε σε ένα μαντρί διαθεσιμότητας. Οι 118 διοικητικοί της Πάτρας και οι 1.350 πανελλαδικά αποτελούν πρώτη δόση σφαγής από τους κυβερνητικούς λασοφόρους και εργατοσφαγείς του Τέξας και των Βρυξελλών.

Η μία επιλογή είναι να σπρωχνόμαστε μεταξύ μας ποιος θα κερδίσει θέση εξώστη προς το φράχτη με την ελπίδα ότι η λεπίδα δε θα φθάσει ως αυτόν. Είναι η αποδοχή της σφαγής. Η άλλη είναι να «αφηνιάσουμε» μαζικά, ενωτικά, συντονισμένα και οργανωμένα. Να γκρεμίσουμε το μαντρί – τοίχο της ομαδικής σφαγής και να τρέξουμε στο δικό μας δάσος, στις πλατείες και τα πεζοδρόμια. Να συναντηθούμε με τους ατίθασους καθηγητές, τους εργάτες της ΕΛΒΟ, της τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλους. Εκεί να γίνει το μεγάλο ραντεβού της εκπαίδευσης με την εργασία. Να αναδείξουμε τις πληγές τους από την ταυτόχρονη κακοποίηση που δέχονται και την παρά φύση σχέση αλληλοβιασμού που τους έχουν επιβάλει για τις ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Εκεί μπορούμε να ανακτήσουμε τις αρετές που αναδείχθηκαν στις καλύτερες στιγμές του εργατικού και εκπαιδευτικού κινήματος.

Η μουσική του συνθήματος ψωμί, παιδεία, ελευθερία να εμπνεύσει ξανά νέες διασκευές που να αντανακλούν αυτό που είναι στη μήτρα της εποχής μας και κοιλοπονεί, τη χωρίς όρια απελευθερωτική σχέση της παιδείας με την εργασία και τις δημοκρατικές ελευθερίες. Εκεί να κτιστεί το μέτωπο εργασίας – παιδείας του μαζικού κινήματος με αναβαθμισμένο πρόγραμμα και αιτήματα, υψηλό, πολιτικό, ενωτικό, μαχητικό πολιτισμό. Ένα τέτοιο μέτωπο με μόνιμη ημερήσια διάταξη την ανατροπή αυτής της πολιτικής, μπορεί να καθυστερεί, να δημιουργεί ρήγματα, να ματαιώνει βάρβαρα μέτρα του κυβερνητικού – ευρωαμερικάνικου ολοκληρωτισμού. Ένα κίνημα που η ισχυρή ιστορική μνήμη και η ταξική πολιτική κρίση αποτελούν τα αναγκαία πολιτικά αντισώματα, ώστε να μην είναι αφομοιώσιμο σε απόπειρες για «ηπιότερες μορφές» διαχείρισης της βαρβαρότητας που σε μια νέα γεωγραφία του πολιτικού χάρτη μπορούν να γεννηθούν.

Απευθύνομαι τέλος στα μέλη ΔΕΠ που δεν ανήκουν στο επιχειρηματικό καθηγητικό κατεστημένο αλλά όλο και «στριμώχνονται στο πίσω μέρος στο μαντρί». Μη στριμώχνεστε προς τα πίσω, δε θα γλυτώσετε έτσι. Ελάτε μπροστά. Αξιοποιείστε τα πλεονεκτήματα που σας παρέχει η θέση σας για το κίνημα. Το τελευταίο τρόχισμα στο λεπίδι έγινε με τα δύο άρθρα του τελευταίου νόμου που αυξάνει το ωράριο και βγάζει στο σφυρί τη διδασκαλία των μαθημάτων, δίνοντας το δικαίωμα στα πανεπιστήμια με δικά τους χρήματα να προσλαμβάνουν με μερική απασχόληση. Το νέο σύνθημα θα είναι μαθήματα με το κομμάτι, 500 ευρώ το ένα εξάμηνο.

Απευθύνομαι επίσης στον κύριο πρύτανη. Το μαντρί που μέχρι σήμερα κινείστε είναι το ασφυκτικό αντιδραστικό θεσμικό πλαίσιο που υπηρετείτε. Τώρα που το λεπίδι είναι στο λαιμό, αν θέλετε πραγματικά να υπηρετήσετε ό,τι έμεινε από το δημόσιο αγαθό της δωρεάν παιδείας που επικαλείσθε, έχετε μία επιλογή. Να κοιτάξετε μπροστά και αριστερά. Από εκεί δανειστείτε αρετές και ακαδημαϊκές αξίες. Αυτές χρησιμοποιήστε σαν προωθητική δύναμη για να πηδήξετε το φράχτη μεταφέροντας στην κοινωνία την κραυγή του αγωνιζόμενου πανεπιστήμιου ενάντια στην καπιταλιστική κακοποίηση που δέχεται. Ο άλλος δρόμος είναι το κλαψούρισμα, οι φωνές μέσα από το μαντρί. Αυτά σε λίγο θα ηχούν σαν επικήδειοι, σαν μοιρολόγια. Στον πρώτο δρόμο θα βάλουμε πλάτη, θα γίνουμε το κοντάρι σας. Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα.

του Νίκου Σάμαρη

*Παρέμβαση στη συγκέντρωση των απεργών διοικητικών του Πανεπιστημίου Πατρών

Advertisements

Εντυπώσεις απ’ την ελληνική επαρχεία. Ι

Καλοκαίρια της δεκαετίας του 70. Λίγο πριν, λίγο μετά, τη μεταπολίτευση.

Δεκαπενταύγουστος. Μια εκκλησίτσα σε μια κοιλάδα. Πηγές ενός μικρού ποταμού.

Οι χωριανοί ερχόντουσαν στο πανηγύρι με μουλάρια. Τα σαμάρια ήταν καλυμμένα με πολύχρωμα κιλίμια. Γιορτή γαρ.

Ερχόντουσαν και οι πρωτευουσιάνοι με ΙΧ.

Μετά το τέλος της λειτουργίας στρώνονταν κουβέρτες, χοντρές, μάλλινες, στις δύο όχθες. Οι πανηγυριώτες αγόραζαν γουρνοπούλα ψημένη στη σούβλα κομμένη επιτόπου. Καφάσια μπύρες και αναψυκτικά πάγωναν στο νερό που ανάβλυζε μέσα απ’ τις ρίζες ενός γεροπλάτανου.

Η τοπική ορχήστρα άρχιζε να παίζει δημοτικά τραγούδια και το γλέντι κρατούσε μέχρι αργά το απόγευμα.

Καλοκαίρι 2012.

Ίδιο πανηγύρι. Δεκαπενταύγουστος.

Δεκάδες ΙΧ στο δρόμο και σε αυτοσχέδια parking που άνοιξαν τα προηγούμενα χρόνια οι μπουλντόζες ξεριζώνοντας σκίνα και κουμαριές.

Μερικές εκατοντάδες άνθρωποι συνωστίζονται μέσα και γύρω από την εκκλησίτσα. Μετά το τέλος της λειτουργίας σιγά, σιγά όλοι αποχωρούν.

Ούτε πικ νικ, ούτε υπαίθριο γλέντι. Τίποτα. Όλοι στα σπίτια τους.

Όταν ρώτησα γιατί, η απάντηση ήταν ότι το υγειονομικό απαγορεύει την επιτόπου πώληση γουρνοπούλας !!

Δεν ξέρω αν αληθεύει. Αν όντως η αιτία είναι το υγειονομικό. Η ουσία είναι ότι ένοιωσα φτωχότερος.